Μετάφραση του "asymptoot" σε Ελληνικά
Οι ασύμπτωτη, ασύμπτωτος, Ασύμπτωτες συνάρτησης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "asymptoot" σε Ελληνικά.
asymptoot
noun
masculine
γραμματική
een lijn die door een [[kromme]] of [[functie]] willekeurig dicht benaderd wordt, maar deze nooit raakt
-
ασύμπτωτη
feminineIk voel me net een omgekeerde tangensfunctie bij een asymptoot.
Αισθάνομαι σα μια αντίστροφη συνάρτηση εφαπτομένης που πλησιάζει μια ασύμπτωτη.
-
ασύμπτωτος
feminine -
Ασύμπτωτες συνάρτησης
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " asymptoot " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη