Μετάφραση του "auto" σε Ελληνικά

Οι αυτοκίνητο, αμάξι, Αυτοκίνητο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "auto" σε Ελληνικά.

auto noun masculine γραμματική

Een voertuig voorzien van vier wielen die gebruikt wordt voor transport over land, normaal voortbewogen door een benzine of diesel verbrandingsmotor. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυτοκίνητο

    noun neuter

    αυτοκίνητο (autokineto) [..]

    Deze auto werd gemaakt in Japan.

    Αυτό το αυτοκίνητο φτιάχθηκε στην Ιαπωνία.

  • αμάξι

    noun neuter

    Ze wilden de auto stelen.

    Ήθελαν να κλέψουν τ' αμάξι.

  • Αυτοκίνητο

    motorvoertuig

    Deze auto werd gemaakt in Japan.

    Αυτό το αυτοκίνητο φτιάχθηκε στην Ιαπωνία.

  • επιβατικό αυτοκίνητο

    Een voertuig voorzien van vier wielen die gebruikt wordt voor transport over land, normaal voortbewogen door een benzine of diesel verbrandingsmotor.

    2. nieuw geregistreerde auto, een voor het eerst in de Gemeenschap geregistreerde personenauto.

    2. αυτοκίνητο νέας ταξινόμησης: κάθε επιβατικό αυτοκίνητο που ταξινομείται για πρώτη φορά στην Κοινότητα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " auto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "auto"

Φράσεις παρόμοιες με "auto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "auto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη