Μετάφραση του "autoriteit" σε Ελληνικά

Οι αυθεντία, αρχή, εξουσία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "autoriteit" σε Ελληνικά.

autoriteit noun feminine γραμματική

de overheid [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυθεντία

    noun feminine

    Vast veel, als je er met zo'n autoriteit over schrijft.

    Θα πρέπεις να είχες πολύ για να γράψεις λες και είσαι αυθεντία!

  • αρχή

    noun feminine

    Deze aanvraag is door de bevoegde autoriteit van Finland, in zijn hoedanigheid van beoordelende bevoegde autoriteit, beoordeeld.

    Η αίτηση αυτή αξιολογήθηκε από την αρμόδια αρχή της Φινλανδίας, η οποία είναι η αρμόδια αρχή αξιολόγησης.

  • εξουσία

    noun feminine

    Maar in Brazilië is het heel moeilijk, om autoriteiten te arresteren.

    Μόνο που στη Βραζιλία είναι πολύ δύσκολο να κρατηθεί η εξουσία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Αρχές
    • αρχές
    • αίγλη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " autoriteit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "autoriteit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "autoriteit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη