Μετάφραση του "bar" σε Ελληνικά

Οι μπαρ, μπαράκι, ποτοπωλείο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bar" σε Ελληνικά.

bar adjective noun adverb masculine γραμματική

Een zaak met een licentie voor de verkoop van alcoholische dranken die daar ter plaatse genuttigd worden. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μπαρ

    noun neuter

    druk

    We kunnen iets drinken, in een andere bar natuurlijk.

    Μπορούμε να πάμε για το ποτό, σε άλλο μπαρ φυσικά.

  • μπαράκι

    noun neuter

    Nu zijn we een lokale bar, die de lokale bevolking niet kan betalen.

    Eίμαστε πια έvα μπαράκι της γειτοvιάς που είναι πολύ ακριβό για τη γειτοvιά.

  • ποτοπωλείο

    noun neuter
  • καπηλειό

    noun neuter

    En toch kijk je me in mijn ogen aan... en denk je aan die meid die je ontmoette in de bar.

    Και παρ'όλα αυτά κοιτάς τα μάτια μου... και σκέφτεσαι το κορίτσι που συνάντησες στο καπηλειό νωρίτερα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ράγισμα · ρήγμα · ρωγμή · σχίσιμο
  • αγέλαστος · τραχύς
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη