Μετάφραση του "barricade" σε Ελληνικά

Το οδόφραγμα είναι η μετάφραση του "barricade" σε Ελληνικά.

barricade

straatversperring die de doorgang door een straat onmogelijk maakt [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • οδόφραγμα

    noun neuter

    We kunnen metalen platen strippen om een betere barricade te bouwen.

    Μπορούμε να σαρώνουν την λαμαρίνα ανοικτά τα καταφύγια Και να οικοδομήσουμε μια πιο υπερασπίσιμη οδόφραγμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " barricade " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "barricade" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη