Μετάφραση του "baseren" σε Ελληνικά
Το βασίζω είναι η μετάφραση του "baseren" σε Ελληνικά.
baseren
verb
γραμματική
Gebruiken als basis voor.
-
βασίζω
verbDeze samenwerking is gebaseerd op wederzijds vertrouwen en flexibiliteit.
Αυτή η μορφή συνεργασίας βασίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη και ελαστικότητα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " baseren " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "baseren" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
τύπος περιεχομένου με βάση έγγραφο
-
Ανάλογα με τη θέση...
-
που βασίζεται σε x64
-
προώθηση ανάλογα με τη θέση
-
τύπος περιεχομένου με βάση στοιχείο
-
που βασίζεται σε x86
-
βασίζω
-
ασύγχρονο μοτίβο βασισμένο σε συμβάντα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη