Μετάφραση του "batterij" σε Ελληνικά
Οι μπαταρία, συσσωρευτής, στοιχείο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "batterij" σε Ελληνικά.
een elektrotechnisch component waarin elektrische energie is opgeslagen [..]
-
μπαταρία
noun feminineDe batterij van mijn telefoon werkt niet meer.
Η μπαταρία του κινητού μου δε λειτουργεί πλέον.
-
συσσωρευτής
noun masculineEen oplaadbaar apparaat, waarin elektrische energie kan worden opgeslagen in de vorm van chemische energie, bestaande uit een of meer afzonderlijke secundaire cellen.
De batterij wordt geladen overeenkomstig de volgende procedure
Ο συσσωρευτής φορτίζεται σύμφωνα με την ακόλουθη διαδικασία
-
στοιχείο
noun neuterVerslaglegging over recyclingrendementen voor overige batterijen en accu’s
Υποβολή στοιχείων σχετικά με τις αποδόσεις ανακύκλωσης για άλλες ηλεκτρικές στήλες και συσσωρευτές
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Μπαταρία
- Πυροβολαρχία
- πυροβολαρχία
- αποταμιευτής
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " batterij " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "batterij"
Φράσεις παρόμοιες με "batterij" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επαναφορτιζόμενες μπαταρίες
-
ηλεκτρική στήλη · ηλεκτρικός συσσωρευτής
-
επίπεδη μπαταρία
-
αλκαλική μπαταρία