Μετάφραση του "beambte" σε Ελληνικά
Το αξιωματούχος είναι η μετάφραση του "beambte" σε Ελληνικά.
beambte
noun
masculine
γραμματική
-
αξιωματούχος
noun commonUit angst voor een opstootje duwde een beambte Lamp met bagage en al de bus weer in.
Φοβούμενος μήπως ξεσπάσει φασαρία, κάποιος αξιωματούχος έσπρωξε τον Λαμπ πίσω στο λεωφορείο μαζί με τις τσάντες του.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " beambte " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη