Μετάφραση του "bedekking" σε Ελληνικά

Οι κάλυμμα, επένδυση, κάλυψη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bedekking" σε Ελληνικά.

bedekking noun feminine γραμματική

Structuur of materiaal dat een gebouw afdekt.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κάλυμμα

    noun neuter

    Structuur of materiaal dat een gebouw afdekt.

    Zij werden steeds opgeslagen in gesloten gebouwen en vervoerd in gesloten containers of onder volledig afschermende bedekking.

    Ήταν πάντοτε αποθηκευμένα σε κλειστά κτίρια και έχουν μεταφερθεί σε κλειστά εμπορευματοκιβώτια ή καλυμμένα πλήρως με προστατευτικό κάλυμμα.

  • επένδυση

    noun

    Structuur of materiaal dat een gebouw afdekt.

    In het geval van zeer prikkelbare of zeer schuwe reptielen kan de doorzichtige wand van een verwijderbare bedekking worden voorzien.

    Στην περίπτωση των ερπετών που είναι ευερέθιστα ή φοβούνται εύκολα, το διαφανές τοίχωμα μπορεί να είναι εφοδιασμένο με αποσπώμενη επένδυση.

  • κάλυψη

    noun

    Structuur of materiaal dat een gebouw afdekt.

    Er moet een type straalpijp worden gekozen dat een gelijkmatige bedekking van het grondoppervlak geeft.

    Ο τύπος του ακροφυσίου που επιλέγεται θα πρέπει να εξασφαλίζει την ομοιόμορφη κάλυψη της επιφάνειας του εδάφους.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • επίστρωση
    • επικάλυψη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bedekking " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bedekking" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη