Μετάφραση του "been" σε Ελληνικά

Οι κόκαλο, πόδι, οστό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "been" σε Ελληνικά.

been noun verb neuter γραμματική

ledemaat waarop wordt gestaan en waarmee wordt gelopen [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κόκαλο

    noun masculine

    μέρος σκελετού [..]

    Hij is altijd aan het lonken als een oude hond die wacht om een been te stelen.

    Κοιτάζει πάντα με μάτια περίεργα σαν κάτι παλιόσκυλα που περιμένουν να κλέψουν το κόκαλο.

  • πόδι

    noun neuter

    Het ledemaat van een dier (inclusief de mens) dat uitsteekt vanuit de lies tot aan de enkel.

    Mijn benen worden beter van dag tot dag.

    Τα πόδια μου βελτιώνονται κάθε μέρα.

  • οστό

    noun neuter

    ) graat [..]

    Ik herken een menselijk been, als ik er een zie.

    Δε σημαίνει ότι δεν αναγνωρίζω ένα ανθρώπινο οστό όταν το δω.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κόκκαλο
    • κνήμη
    • όστουν
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " been " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "been"

Φράσεις παρόμοιες με "been" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "been" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη