Μετάφραση του "bejaarde" σε Ελληνικά

Οι ηλικιωμένος, γηρατειά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bejaarde" σε Ελληνικά.

bejaarde

Iemand die een later stadium van het leven of een bepaalde leeftijd binnen dat stadium heeft bereikt. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ηλικιωμένος

    noun masculine

    Of u nu een jonge vader, bejaarde priesterschapsdrager of net geordende diaken bent, we denken aan u.

    Είτε είσθε ένας νεαρός πατέρας, ένας ηλικιωμένος φέρων την ιεροσύνη ή ένας προσφάτως χειροτονημένος διάκονος, σας νοιαζόμαστε.

  • γηρατειά

    Mijnheer Fatuzzo, ik moet u zeggen dat ik na uw woorden toch nog eens serieus zal nadenken over waar ik als bejaarde naartoe zal reizen.

    Κύριε Fatuzzo, με βάλατε σε σκέψεις, σε ποια μέρη θα ταξιδέψω στα γηρατειά μου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bejaarde " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bejaarde" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη