Μετάφραση του "beperking" σε Ελληνικά

Το περιορισμός είναι η μετάφραση του "beperking" σε Ελληνικά.

beperking noun feminine γραμματική

iets dat ervoor zorgt dat de mogelijkheden beperkt worden [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • περιορισμός

    noun masculine

    Het Comité acht de beperking van het beroepsrecht in terugkeerzaken redelijk.

    Η ΕΟΚΕ θεωρεί εύλογο τον περιορισμό σε ένα ένδικο μέσο κατά τη διαδικασία επιστροφής.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " beperking " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "beperking" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "beperking" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη