Μετάφραση του "bereik" σε Ελληνικά

Οι εμβέλεια, φάσμα, εύρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bereik" σε Ελληνικά.

bereik noun verb neuter γραμματική

de afstand die afgelegd kan worden [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εμβέλεια

    Noun feminine

    Wanneer zij dat doet, kan zij het bereik van deze aanwijzing beperken.

    Όταν ενεργεί με τον τρόπο αυτό, δύναται να περιορίζει την εμβέλεια της εν λόγω ανάθεσης εξουσιών.

  • φάσμα

    noun neuter

    In dit hoofdstuk wordt het bereik waarbinnen componenten van rollend materieel werken, gespecificeerd.

    Η παρούσα παράμετρος καθορίζει το φάσμα λειτουργιών των στοιχείων τροχαίου υλικού.

  • εύρος

    noun

    Het monster van de omgevingslucht moet met hetzelfde analyseapparaat met een passend bereik worden gemeten.

    Η μέτρηση του δείγματος ατμοσφαιρικού αέρα πρέπει να διενεργείται στον ίδιο αναλυτή με το κατάλληλο εύρος μέτρησης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ακτίνα
    • βεληνεκές
    • σφαίρα
    • περιοχή
    • κλίμακα
    • Φαχ
    • κάλυψη δεδομένων
    • πεδίο τιμών
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bereik " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bereik" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bereik" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη