Μετάφραση του "berging" σε Ελληνικά
Οι αποθήκευση, Επιθαλάσσια αρωγή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "berging" σε Ελληνικά.
berging
noun
feminine
γραμματική
Een plaats waar iets ligt, om het op te slaan, verzekerd te bewaren of te behouden.
-
αποθήκευση
nounVerder wordt ook onderzoek gedaan naar de rechtstreekse berging van gebruikte brandstof in geologische formaties.
Διεξάγονται επίσης και άλλες έρευνες σχετικά με την αποθήκευση σε γεωλογικούς σχηματισμούς και την άμεση αποθήκευση χρησιμοποιημένων καυσίμων.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " berging " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Berging
-
Επιθαλάσσια αρωγή
scheepvaart
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη