Μετάφραση του "berisping" σε Ελληνικά

Οι επίπληξη, μομφή, παρατήρηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "berisping" σε Ελληνικά.

berisping noun feminine γραμματική

een strenge afkeuring van gedrag [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • επίπληξη

    noun feminine

    Het personeelslid kan, indien hij dit wenst, op de waarschuwing of de berisping reageren.

    Ο υπάλληλος μπορεί, εάν το επιθυμεί, να απαντήσει στην έγγραφη προειδοποίηση ή στην επίπληξη.

  • μομφή

    feminine

    Mijn prive berisping voor degenen die mijn opvoeding bespotten, toen we jonge geleerden waren.

    Η προσωπική μομφή μου προς όσους χλεύαζαν την καταγωγή μου, όταν σπουδάζαμε.

  • παρατήρηση

    noun feminine

    Een berisping van de minister, persbericht over hun incompetentie, het achterhouden van subsidies of uit - eindelijk, zoals u zich volledig bewust van bent...

    Παρατήρηση από τον Υπουργό, δέλτιο Τύπου για την ανικανότητα τους, παρακράτηση χορηγήσεων και τέλικα, όπως σίγουρα γνωρίζετε...

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " berisping " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "berisping" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη