Μετάφραση του "betweter" σε Ελληνικά
Οι σχολαστικός, επιδεικτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "betweter" σε Ελληνικά.
betweter
noun
masculine
γραμματική
Persoon die constant andere corrigeert.
-
σχολαστικός
noun masculine -
επιδεικτικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " betweter " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη