Μετάφραση του "bevechten" σε Ελληνικά

Οι πολεμώ, καταπολεμώ, μάχομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bevechten" σε Ελληνικά.

bevechten verb γραμματική

de strijd aanbinden met iets/iemand

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πολεμώ

    verb

    Zelfs al maakten ze elektrische auto's ze bevochten ze ook.

    Αν κι οι αυτοκινητοβιομηχανίες έφτιαξαν ηλεκτρικά αυτοκίνητα, τα πολέμησαν.

  • καταπολεμώ

    verb

    Peter Florrick beloofde corruptie in het gevangeniswezen te bevechten.

    Peter Florrick υποσχέθηκε να καταπολεμήσει τη διαφθορά στο σωφρονιστικό σύστημα.

  • μάχομαι

    verb

    Maar er zijn ook echte helden die monsters bevechten.

    Αλλά υπάρχουν και ήρωες που μάχονται με τα τέρατα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bevechten " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bevechten" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη