Μετάφραση του "beveiliging" σε Ελληνικά

Οι ασφάλεια, προστασία, διαφύλαξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "beveiliging" σε Ελληνικά.

beveiliging noun feminine γραμματική

de genomen maatregelen die er zo goed mogelijk voor zorgen dat er niets verkeerds gebeurt

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ασφάλεια

    noun feminine

    Hij woont in dat kantoor sinds hij in de beveiliging zit.

    Μένει σε αυτό το γραφείο από τότε που εγκατέστησε ασφάλεια.

  • προστασία

    noun feminine

    De sluitingsinrichting van de verpakkingen die vloeibare ontplofbare stoffen bevatten, moet een dubbele beveiliging tegen lekkage bieden.

    Η συσκευή κλεισίματος των συσκευασιών που περιέχουν υγρά εκρηκτικά θα διασφαλίζει διπλή προστασία έναντι διαρροής.

  • διαφύλαξη

    De beveiliging van de landsgrenzen vormt een zware last voor de begroting, evenals de hoge schulden.

    Η διαφύλαξη των συνόρων επιβάρυνε κατά πολύ τον προϋπολογισμό, καθώς και το χρέος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " beveiliging " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "beveiliging" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "beveiliging" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη