Μετάφραση του "bevrediging" σε Ελληνικά

Το ικανοποίηση είναι η μετάφραση του "bevrediging" σε Ελληνικά.

bevrediging

de beantwoording aan een sterk verlangen

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ικανοποίηση

    noun feminine

    Verlangen naar lichamelijke bevrediging is geen vrijbrief voor onzedelijkheid.

    Η επιθυμία για σωματική ικανοποίηση δεν δικαιολογεί την ανηθικότητα από κανέναν.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bevrediging " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bevrediging" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη