Μετάφραση του "bezem" σε Ελληνικά

Οι σκούπα, σάρωθρο, φρόκαλο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bezem" σε Ελληνικά.

bezem noun masculine γραμματική

een huishoudelijk voorwerp om stof en vuil bij elkaar te vegen [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σκούπα

    noun feminine

    Een borstel gemaakt van samengebonden twijgen en een lange steel.

    Mijn nieuwe kamergenoten, de bezem en de dweil kijken niet stiekem naar mijn spullen.

    Οι νέοι μου συγκάτοικοι, η σκούπα κι η σφουγγαρίστρα δεν κρυφοκοιτάνε τα πράγματά μου.

  • σάρωθρο

    noun neuter

    De handwerksman dompelt zijn bezem in het cement.

    Κρατώντας στο ένα χέρι το σάρωθρο, ο τεχνίτης το βουτάει στο κονίαμα.

  • φρόκαλο

    noun neuter
  • Σκούπα

    Mijn nieuwe kamergenoten, de bezem en de dweil kijken niet stiekem naar mijn spullen.

    Οι νέοι μου συγκάτοικοι, η σκούπα κι η σφουγγαρίστρα δεν κρυφοκοιτάνε τα πράγματά μου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bezem " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "bezem"

Φράσεις παρόμοιες με "bezem" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bezem" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη