Μετάφραση του "bezopen" σε Ελληνικά

Το μεθυσμένος είναι η μετάφραση του "bezopen" σε Ελληνικά.

bezopen

bijzonder dronken [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μεθυσμένος

    adjective masculine

    Die idioot is hier ergens stom en onder invloed en bezopen.

    Αυτός είναι ο ηλίθιος είναι κάπου, μαστουρωμένος και μεθυσμένος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bezopen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bezopen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη