Μετάφραση του "biljet" σε Ελληνικά

Οι χαρτονόμισμα, τραπεζογραμμάτιο, δελτίο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "biljet" σε Ελληνικά.

biljet noun neuter γραμματική

een stuk van staatswege uitgegeven papier waaraan geldswaarde is toegekend

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • χαρτονόμισμα

    noun neuter

    Dat biljet van honderd dollar waarmee je me betaald hebt, was vals.

    Το χαρτονόμισμα των εκατό με το οποίο με πλήρωσες, ήταν πλαστό.

  • τραπεζογραμμάτιο

    noun neuter

    Dus het biljet wordt in sommige landen gebruikt, maar in andere niet.

    Έτσι, το τραπεζογραμμάτιο χρησιμοποιείται σε ορισμένες χώρες, αλλά όχι σε άλλες.

  • δελτίο

    noun

    Die zelfde week vult Walt het juiste biljet in.

    Εκείνη τη μέρα ο Γουόλτ εντελώς για πλάκα συμπλήρωσε το τυχερό δελτίο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εισητήριο
    • εισιτήριο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " biljet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "biljet"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "biljet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη