Μετάφραση του "binden" σε Ελληνικά

Οι δένω, γραβάτα, σφίγγω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "binden" σε Ελληνικά.

binden verb γραμματική

vastmaken (evt. figuurlijk) [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • δένω

    verb

    Als degene die jou noemde, bind ik je op je rechtmatige plaats!

    Εγώ που σε ονομάτισα, σε δένω στο μέρος που σου αρμόζει!

  • γραβάτα

    noun feminine
  • σφίγγω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " binden " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "binden" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "binden" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη