Μετάφραση του "bisdom" σε Ελληνικά

Το επισκοπή είναι η μετάφραση του "bisdom" σε Ελληνικά.

bisdom noun neuter γραμματική

kerkrechtelijk afgebakend gebied dat onder de bevoegdheid van een bisschop staat

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • επισκοπή

    noun feminine

    περιφέρεια ή έδρα υπό την επίβλεψη ενός Επισκόπου

    We kwamen uw geboortenaam te weten via het bisdom in Straatsburg.

    Βρήκαμε το βαφτιστικό σου όνομα από την επισκοπή του Στρασβούργου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bisdom " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bisdom" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bisdom" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη