Μετάφραση του "bit" σε Ελληνικά

Οι δυφίο, στομίδα, μπιτ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bit" σε Ελληνικά.

bit noun masculine neuter γραμματική

een metalen staaf die een paard in de bek gedaan wordt om het dier berijdbaar te maken. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • δυφίο

    noun neuter

    - ontvangstbevestiging met gebruik van het D-bit wordt niet ondersteund.

    - Δεν υποστηρίζεται η επιβεβαίωση λήψης που χρησιμοποιεί το δυφίο D.

  • στομίδα

    noun neuter
  • μπιτ

    noun neuter

    Waar echt menselijk contact en conservatie... wordt vervangen door bits en bytes en logs.

    Όπου η πραγματική ανθρώπινη επαφή κι οι συνομιλίες, αντικαθίστανται από μπιτ, μπάιτ και λογάριθμους.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Δυαδικό ψηφίο
    • δυαδικό ψηφίο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη