Μετάφραση του "bitumen" σε Ελληνικά

Οι πίσσα, Άσφαλτος, άσφαλτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bitumen" σε Ελληνικά.

bitumen

een viskeuze vloeistof die van nature voorkomt als de minst vluchtige fractie van ruwe aardolie

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πίσσα

    noun feminine

    Het artikel is geverfd met zwart bitumen om het tegen corrosie te beschermen.

    Το αντικείμενο είναι βαμμένο με μαύρη πίσσα για προστασία από τη διάβρωση.

  • Άσφαλτος

    Bitumen en bitumineuze bindmiddelen — Raamwerk voor de specificatie van vloeibitumen

    Άσφαλτος και ασφαλτικά συνδετικά — Πλαίσιο προδιαγραφών για διαλύματα και ρευστοποιημένα συνδετικά ασφαλτικών

  • άσφαλτος

    noun feminine

    De term mummie komt van het Arabische moemija, wat „bitumen” betekent, een asfaltachtige stof.

    Ο όρος «μούμια» προέρχεται από την αραβική λέξη μουμίγια, η οποία σημαίνει «άσφαλτος» ή «πίσσα».

  • (ορυκτή) άσφαλτος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bitumen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bitumen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη