Μετάφραση του "blijvend" σε Ελληνικά

Οι αδιάκοπος, αιώνιος, ακατάπαυστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "blijvend" σε Ελληνικά.

blijvend adjective particle γραμματική

Geen onderwerp of gevoeligheid voor verandering of afwijking in vorm, kwaliteit of aard. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδιάκοπος

    adjective masculine
  • αιώνιος

    adjective masculine

    Oorlog komt en gaat, maar soldaten blijven paraat

    Περίεργο αρχηγέ.Οι πόλεμοι πάνε κι έρχονται, μα ο στρατιώτης μου είναι αιώνιος

  • ακατάπαυστος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " blijvend " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "blijvend" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "blijvend" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη