Μετάφραση του "blindheid" σε Ελληνικά

Οι τύφλωση, τυφλότητα, τυφλωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "blindheid" σε Ελληνικά.

blindheid noun feminine γραμματική

een toestand waarin men niet in staat is te zien [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • τύφλωση

    noun feminine

    de onmogelijkheid om te zien.

    Trots maakt ons blindt voor onze eigen blindheid.

    Mέσα στην τύφλωση μας, η ματαιοδοξία είναι αυτή που μας τυφλώνει.

  • τυφλότητα

    noun feminine

    Die blindheid zal voor de dood van je man zorgen.

    Αυτή η τυφλότητα είναι που θα σκοτώσει τον άντρα σου.

  • τυφλωση

    Wat een waanzin, wat een blindheid, wat ' n onintelligent leiderschap

    Τι τρελα υπαρχει, τι τυφλωση, τι βλακωδης καθοδηγηση!

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " blindheid " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "blindheid" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη