Μετάφραση του "blokkade" σε Ελληνικά
Οι Αποκλεισμός, Εμποδισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "blokkade" σε Ελληνικά.
blokkade
noun
feminine
γραμματική
De toegang afsluiten van iets, vooral van een haven, om verkeer en handel te voorkomen. [..]
-
Αποκλεισμός
επιχείρηση αποκοπής προμηθειών από συγκεκριμένη περιοχή με την χρήση βίας
Ik vrees dat deze blokkade de Pantoriërs geen andere keus geeft.
Φοβάμαι ότι αυτός ο αποκλεισμός δεν δίνει άλλη επιλογή στο λαό της Pantora.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " blokkade " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Blokkade
-
Εμποδισμός
όρος μετεωρολογίας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη