Μετάφραση του "bodyguard" σε Ελληνικά

Το σωματοφύλακας είναι η μετάφραση του "bodyguard" σε Ελληνικά.

bodyguard
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σωματοφύλακας

    noun masculine

    Chauffeurs en bodyguards zijn een stuk makkelijker, maar bieden vaak geen ingang.

    Με τους σοφέρ και τους σωματοφύλακες τα πράγματα είναι πιο εύκολα αλλά συνήθως δεν έχουν μεγάλη πρόσβαση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bodyguard " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bodyguard" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη