Μετάφραση του "boegbeeld" σε Ελληνικά

Οι ακρόπρωρο, Ακρόπρωρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "boegbeeld" σε Ελληνικά.

boegbeeld noun neuter γραμματική

een beeld dat ter versiering aangebracht werd op de voorsteven van een schip

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακρόπρωρο

    noun neuter

    Stop met je af te trekken op het boegbeeld.

    Σταμάτα να τον παίζεις στο ακρόπρωρο.

  • Ακρόπρωρο

    Stop met je af te trekken op het boegbeeld.

    Σταμάτα να τον παίζεις στο ακρόπρωρο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " boegbeeld " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "boegbeeld"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "boegbeeld" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη