Μετάφραση του "boekperiode" σε Ελληνικά

Οι λογιστική περίοδος, οικονομική περίοδος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "boekperiode" σε Ελληνικά.

boekperiode
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • λογιστική περίοδος

  • οικονομική περίοδος

    b) ontvangen bedragen of aan een lid verschuldigde bedragen in verband met de gespecificeerde boekperiode.

    β) στα ποσά που έχουν εισπραχθεί ή οφείλονται σε μέλος σε σχέση με την οικεία οικονομική περίοδο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " boekperiode " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "boekperiode" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη