Μετάφραση του "bondgenoot" σε Ελληνικά

Το σύμμαχος είναι η μετάφραση του "bondgenoot" σε Ελληνικά.

bondgenoot noun masculine γραμματική

Iemand verenigd met een ander door overeenkomst of verbindenis.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύμμαχος

    noun

    Ik heb mijn bondgenoten en mijn familie daarvoor nodig.

    Θα χρειαστώ τους συμμάχους μου και την οικογένειά μου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bondgenoot " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bondgenoot" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη