Μετάφραση του "boodschapper" σε Ελληνικά

Οι αγγελιοφόρος, Απόστολος του Θεού στο Ισλάμ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "boodschapper" σε Ελληνικά.

boodschapper noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγγελιοφόρος

    noun masculine

    Ik ben slechts een boodschapper, die zijn woorden doorgeeft.

    Εγώ είμαι απλά ο αγγελιοφόρος ο οποίος εκτελεί τα λόγια του.

  • Απόστολος του Θεού στο Ισλάμ

    islam

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " boodschapper " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "boodschapper" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη