Μετάφραση του "boom" σε Ελληνικά

Οι δέντρο, δένδρο, Δέντρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "boom" σε Ελληνικά.

boom noun masculine γραμματική

Meerjarige plant met houten stam [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • δέντρο

    noun neuter

    Een houtachtige, meerjarige plant met een duidelijke stam die zich op enige hoogte boven de grond vertakt. [..]

    De bomen zijn groen.

    Τα δέντρα είναι πράσινα.

  • δένδρο

    noun neuter

    Meerjarige plant met houten stam

    Hij kon niet bij de dode boom aan de oever komen.

    Δεν μπόρεσε να φτάσει στην ακτή, στο κούφιο δένδρο.

  • Δέντρο

    niet-gerichte samenhangende cycelvrije graaf [..]

    De bomen zijn groen.

    Τα δέντρα είναι πράσινα.

  • κοντάρι

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " boom " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Boom proper γραμματική
+ Προσθήκη

"Boom" στο λεξικό Ολλανδικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Boom στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "boom"

Φράσεις παρόμοιες με "boom" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "boom" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη