Μετάφραση του "bouwsteen" σε Ελληνικά

Οι τούβλο, πλίνθος, μπλοκ δόμησης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bouwsteen" σε Ελληνικά.

bouwsteen

Een kleiner, autonoom deel van een groter geheel. Vaak onder verwijzing naar een fabricageonderdeel van een groter toestel.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • τούβλο

    noun neuter

    Vorige maand gooiden ze'n bouwsteen door't raam.

    Τον περασμένο μήνα, πέταξαν ένα τούβλο μέσα από το παράθυρο εδώ.

  • πλίνθος

    noun feminine
  • μπλοκ δόμησης

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bouwsteen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bouwsteen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη