Μετάφραση του "broeder" σε Ελληνικά

Οι αδελφός, αδερφός, νοσοκόμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "broeder" σε Ελληνικά.

broeder noun masculine γραμματική

Een mannelijke persoon die dezelfde ouders heeft als een andere persoon. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδελφός

    noun masculine

    De broeder praatte met de man en hij aanvaardde een Bijbelstudie.

    Ο αδελφός μίλησε στο σύζυγο, ο οποίος συμφώνησε να κάνει Γραφική μελέτη.

  • αδερφός

    noun masculine

    Teddy, jij bent de enige broeder hier in een superman kostuum.

    Teddy, είσαι ο μόνος αδερφός εδώ φορώντας την στολή του Σούπερμαν.

  • νοσοκόμος

    noun masculine

    Ik zie de broeders en de kinderen niet meer.

    Δεν μπορώ να δω πλέον τους νοσοκόμους ή τα παιδιά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " broeder " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "broeder"

Φράσεις παρόμοιες με "broeder" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "broeder" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη