Μετάφραση του "bron" σε Ελληνικά

Οι πηγή, νερομάνα, κεφαλάρι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bron" σε Ελληνικά.

bron noun feminine γραμματική

Plaats waar grondwater van nature uit een rots of de aarde naar de oppervlakte of een waterpartij stroomt. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πηγή

    noun feminine

    Τοποθεσία απ'όπου βγαίνει νερό από το έδαφος. [..]

    Bovendien zijn microgegevens een bron van statistische informatie, die nog onvoldoende wordt benut.

    Επιπλέον, τα μικροδεδομένα αποτελούν πηγή στατιστικών πληροφοριών που σήμερα δεν αξιοποιείται επαρκώς.

  • νερομάνα

    noun feminine
  • κεφαλάρι

    noun neuter
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πηγάδι
    • φρέαρ
    • πόρος
    • προέλευση
    • υδάτινη πηγή
    • ανάβρα
    • αστείρευτη πηγή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bron " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "bron"

Φράσεις παρόμοιες με "bron" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bron" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη