Μετάφραση του "bruid" σε Ελληνικά

Το νύφη είναι η μετάφραση του "bruid" σε Ελληνικά.

bruid noun feminine γραμματική

een vrouw die in het huwelijk treedt [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • νύφη

    noun feminine

    Een vrouw in ondertrouw of op de dag van haar huwelijk.

    Een bruid van een Mongoolse hoofdman moet moed hebben.

    Η νύφη ενός Μογγόλου αρχηγού πρέπει να έχει ζωντάνια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bruid " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bruid" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη