Μετάφραση του "buiging" σε Ελληνικά
Οι υπόκλιση, Κάμψη, κάμψη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "buiging" σε Ελληνικά.
buiging
noun
feminine
γραμματική
De maat van het krommen of buigen van een lijn, figuur of lichaam.
-
υπόκλιση
noun feminineWe oefenden de buiging ongeveer een miljoen keer.
Κάναμε εξάσκηση την υπόκλιση κάπου στις χίλιες φορές.
-
Κάμψη
mechanica
De ellebooggewrichten maken buiging en strekking van de onderarmen mogelijk.
Η άρθρωση του αγκώνα επιτρέπει την κάμψη και την έκταση του άνω βραχίονα.
-
κάμψη
noun feminineDe ellebooggewrichten maken buiging en strekking van de onderarmen mogelijk.
Η άρθρωση του αγκώνα επιτρέπει την κάμψη και την έκταση του άνω βραχίονα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- υποκλίνομαι
- καμπυλότητα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " buiging " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη