Μετάφραση του "buitenlander" σε Ελληνικά
Οι αλλοδαπός, ξένος, ομογενής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "buitenlander" σε Ελληνικά.
buitenlander
noun
masculine
γραμματική
Een persoon die van een andere plaats komt.
-
αλλοδαπός
noun masculineEen persoon die van een andere plaats komt.
Voor het overige wordt een buitenlander geacht te zijn binnengekomen wanneer hij de grens heeft overschreden.
Κατά τα λοιπά, ένας αλλοδαπός θεωρείται ότι έχει εισέλθει στην επικράτεια αφ’ ης στιγμής έχει διασχίσει τα σύνορα.
-
ξένος
noun masculineEen persoon die van een andere plaats komt.
Het punt is dat buitenlanders objectief kunnen zijn.
Πιστεύω ότι ως ξένοι μπορούμε να είμαστε αντικειμενικοί.
-
ομογενής
noun masculine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- απόδημος
- Αλλοδαπός
- ξένη
- εκπατρισμένος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " buitenlander " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "buitenlander" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εκπαίδευση για αλλοδαπούς
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη