Μετάφραση του "bumper" σε Ελληνικά

Οι προφυλακτήρας, Προφυλακτήρας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bumper" σε Ελληνικά.

bumper noun masculine γραμματική

Stootstang [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • προφυλακτήρας

    noun masculine

    Wat we daar zien is de bumper die eraf valt na een soort van kosmische blikschade.

    Αυτό που βλέπουμε εκεί είναι ο προφυλακτήρας που πέφτει μετά από κάποιου είδους κοσμικής μικροσύγκρουσης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bumper " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Bumper
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Προφυλακτήρας

    auto

    Bumper: het onderste deel van de frontconstructie aan de buitenkant van een voertuig

    Προφυλακτήρας είναι η πρόσθια, κατώτερη, εξωτερική δομή του οχήματος

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bumper" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη