Μετάφραση του "canon" σε Ελληνικά

Οι κανόνας, Κανόνας, κανών είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "canon" σε Ελληνικά.

canon noun masculine γραμματική

de strengste vorm van een meerstemmige compositie, waarin de stemmen elkaar in de tijd verschoven imiteren [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κανόνας

    noun masculine

    Bovendien is het opmerkenswaard dat er geen apocriefe geschriften in de Hebreeuwse canon werden opgenomen.

    Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι κανένα από τα απόκρυφα συγγράμματα δεν έγινε δεκτό στον Εβραϊκό κανόνα.

  • Κανόνας

    muziekvorm

    Roggebrood is in de Letse culturele canon opgenomen in het hoofdstuk „Volkstradities”.

    Το ψωμί σίκαλης περιλαμβάνεται στον Λετονικό Πολιτιστικό Κανόνα στο τμήμα «Λαϊκή παράδοση».

  • κανών

    masculine

    Bovendien is het opmerkenswaard dat er geen apocriefe geschriften in de Hebreeuwse canon werden opgenomen.

    Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι κανένα από τα απόκρυφα συγγράμματα δεν έγινε δεκτό στον Εβραϊκό κανόνα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " canon " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "canon" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "canon" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη