Μετάφραση του "censuur" σε Ελληνικά

Οι λογοκρισία, Λογοκρισία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "censuur" σε Ελληνικά.

censuur noun feminine γραμματική

de controle van de kant van de overheid van alles wat media uitbrengt

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • λογοκρισία

    noun feminine

    beheersing of blokkade van informatiestromen

    De officiële correspondentie en andere officiële mededelingen van de instellingen van de Gemeenschappen zijn niet aan censuur onderworpen.

    Επίσημη αλληλογραφία και άλλες επίσημες ανακοινώσεις των κοινοτικών θεσμικών οργάνων δεν υπόκεινται σε λογοκρισία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " censuur " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Censuur

Censuur (informatie)

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Λογοκρισία

    Censuur (informatie)

    Betreft: Censuur in Turkije tegen boek van Ocalan

    Θέμα: Λογοκρισία του βιβλίου του Ocalan στην Τουρκία

Φράσεις παρόμοιες με "censuur" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Λογοκρισία στον κυβερνοχώρο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "censuur" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη