Μετάφραση του "chauffeur" σε Ελληνικά

Οι οδηγός, σοφέρ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "chauffeur" σε Ελληνικά.

chauffeur noun masculine γραμματική

Iemand die het besturen van een auto als beroep heeft. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • οδηγός

    noun masculine

    επάγγελμα [..]

    Het was een waar genoegen uw chauffeur te mogen zijn.

    Ήταν μεγάλη μου χαρά που ήμουν ο οδηγός σας, κυρία.

  • σοφέρ

    noun

    Toen was ik een tijdje chauffeur, deze pompeuze oude adel rondrijden hier en op het vasteland.

    Ήμουν ένας σοφέρ για μια στιγμή, οδήγηση αυτών των πομπώδη παλιά Gits γύρω από εδώ και στο ήπειρο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " chauffeur " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "chauffeur"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "chauffeur" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη