Μετάφραση του "chloor" σε Ελληνικά

Οι χλώριο, Χλωριο, χλωριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "chloor" σε Ελληνικά.

chloor noun neuter masculine γραμματική

Een zeer reagerend, zeer gifig groen gasvormig element, behorend tot de groep van de halogenen met symbool CL en atoomnummer 17.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • χλώριο

    noun neuter

    χημικό στοιχείο με σύμβολο Cl και ατομικό αριθμό 17 [..]

    Ik tapte de longen af, maar bij verdrinking in een zwembad zou ik chloor verwachten.

    Στράγγισα τους πνεύμονες, αλλά με πνιγμό σε πισίνα, θα περίμενα να βρω χλώριο.

  • Χλωριο

    Methoden 6 - CHLOOR

    Μέθοδος 6 - ΧΛΩΡΙΟ

  • χλωριο

    Methoden 6 - CHLOOR

    Μέθοδος 6 - ΧΛΩΡΙΟ

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " chloor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "chloor"

Φράσεις παρόμοιες με "chloor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "chloor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη