Μετάφραση του "chronologisch" σε Ελληνικά

Το χρονολογικός είναι η μετάφραση του "chronologisch" σε Ελληνικά.

chronologisch adjective γραμματική

Geschikt in de orde van tijd.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • χρονολογικός

    adjective

    – 3a) een nieuwe chronologische lijst van lidstaten wordt in bijlage opgenomen;

    – (3α) νέος χρονολογικός κατάλογος των κρατών μελών ως παράρτημα·

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " chronologisch " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "chronologisch" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη