Μετάφραση του "cockpit" σε Ελληνικά

Οι καμπίνα, πιλοτήριο, κόκπιτ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cockpit" σε Ελληνικά.

cockpit

Een meestal afgesloten ruimte in de voorzijde van de romp van een vliegtuig, bevattende de vliegcontroles, het instrumentenbord, en de zitplaatsen voor de piloot en copiloot.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • καμπίνα

    noun feminine

    Ik heb zes maanden lang titanium bijeengeschraapt voor onze cockpit.

    Μου πήρε έξι μήνες να βρω αρκετό τιτάνιο για να φτιάξω μία καμπίνα.

  • πιλοτήριο

    noun neuter

    Iemand moet in de cockpit geraken, en teken doen naar die jet.

    Κάποιος πρέπει να πάει στο πιλοτήριο και να κάνει σινιάλο.

  • κόκπιτ

    neuter

    Er was een brand in zijn cockpit en, voordat hij zich kon redden, was zijn oog kapot.

    Έπιασε φωτιά το κόκπιτ και μέχρι να μπορέσει να βγει, το μάτι του είχε καταστραφεί.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cockpit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cockpit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη