Μετάφραση του "compressor" σε Ελληνικά

Οι συμπιεστής, Αεροσυμπιεστής, Συμπίεση δυναμικού εύρους είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "compressor" σε Ελληνικά.

compressor noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • συμπιεστής

    noun

    De te beproeven compressor moet eerst worden opgewarmd en moet functioneren in stabiele omstandigheden zoals bij continu gebruik.

    Ο υπό δοκιμή συμπιεστής προθερμαίνεται και λειτουργεί υπό σταθερές συνθήκες όπως συμβαίνει κατά τη συνεχή λειτουργία.

  • Αεροσυμπιεστής

    gas

    een luchtcompressor voor de remmen; een compressor van de stuurbekrachtiging; een compressor van de ophanging;

    Αεροσυμπιεστής για συμπιεστή του συστήματος ανάρτησης των φρένων του υποβοηθούμενου συστήματος διεύθυνσης

  • Συμπίεση δυναμικού εύρους

    geluid

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " compressor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "compressor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη