Μετάφραση του "conformiteit" σε Ελληνικά

Οι συμμόρφωση, συμμορφία, ευπείθεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "conformiteit" σε Ελληνικά.

conformiteit

Handelen volgens zekere geaccepteerde standaarden.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • συμμόρφωση

    noun feminine

    Met name de data waarop conformiteit werd bereikt, worden voor een groot aantal agglomeraties niet genoemd.

    Συγκεκριμένα, δεν αναφέρονται οι ημερομηνίες στις οποίες επέτυχαν συμμόρφωση οι περισσότεροι εξ αυτών των οικισμών.

  • συμμορφία

    feminine

    Over de conformiteit van de vergunningprocedure en de ONP-tekst zijn Raad het Parlement het bij wijze van uitzondering eens, wat toe te juichen is.

    Όσον αφορά τη συμμορφία των μεθόδων χορήγησης αδειών με το κείμενο της ONP, συμφώνησαν Συμβούλιο και Kοινοβούλιο, κατ' εξαίρεσιν, γεγονός που θα πρέπει να επιδοκιμαστεί.

  • ευπείθεια

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " conformiteit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "conformiteit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη